21 Σεπτεμβρίου 2019

Σ’ ένα φύλλο της γης


Οι χαοτικές γραμμές του χεριού μου
Ομοιάζουν με το διάλογο
Τις προσφωνήσεις μεταξύ των εντόμων
Με τους ήχους απ' την περιήγηση πάνω στη γη
Τ' απίστευτου κοντραμπάσου
Κυρίως πάνω απ’ τον αναπόδραστο καθρέπτη της θάλασσας
Πού, απ’ άκρη, σ’ άκρη
Τ’ άστρο υψώνεται στον ορίζοντα, παρακολουθεί
τ’ άστρο που πνίγεται
Έμελλε οι καιροί να απαρτίσουν το γεγονός
Την πιο βρώμικη σύμμειξη, φρίκης και θαυμασμού

Στο βυθό που έχει αποτεθεί ο θησαυρός
Σε μια χούφτα, λευκή παλάμη των γραμμών
Πού αδιόρατες, καθώς γεννήθηκαν πορεύονται
Ομιλούσες, περί, της αδέσποτης σφαίρας
Πεθαίνουν οι γέροντες, πίνοντας ρακές στα καφενεία
Ενθυμούμενοι το σιωπηλό κάμπο
Το φύτεμα των λουλουδιών, τους ήχους απ’ το πελέκημα
Τον βαρύ ήχο του ένδοξου πυροβόλου όπλου

Άνευ χρονοτριβής ο μυστηριώδης θάνατος επήλθε
Όπου εσύριξεν ο άνεμος, χρόνος σκοτεινός
Τ’ άστρο εξυψώνεται
Με την περίφημη επεξήγηση απ’ ένα βαρύθυμο ξένο
Την αστρονομική αβεβαιότητα του
Την λύτρωση για ευτυχία και προϊούσα γιορτή

Πάνω απ’ το σπίτι με τα κλειστά παράθυρα
Τ’ άστρα συνέχισαν το μυστικό περίπατό τους
Και ο Υπερίων συνεχάρη
Προμήθευσε την ιδέα, πως, τ’ άλογα κάλπαζαν
Σ’ ένα φύλλο της γης, λευκό σαν το μετάξι
Έφεραν μαζί τους, τον αμφορέα με τις καμπύλες
Που σαν ένα αστέρι, βασανισμένο στο κοίλωμα
Χάνεται κι εκείνο, στα χάη, ενός υπέρογκου βουνού

Kostis nil – Σ’ ένα φύλλο της γης – Σεπτέμβριος 2019



18 Σεπτεμβρίου 2019

Τροχήλατες αχτίνες ενός ήλιου


ο δρόμος τρέχει σαν ρόδα που γυρνά
είναι τ’ απόγευμα με τις τροχιές αχτίνες
του ήλιου, που βυθίζουν
κρυφά σαν μέλι, στα σπλάχνα της φτωχικής μου γειτονιάς

κι από την φωτεινή τη θύελλα, μια ατμόσφαιρα
μέσα μου παίζει, εκείνο το τραγούδι
σαν να μετρώ της γειτονιάς τα βήματα
τον κόσμο που σε λίγο, τ’ απόγευμα ολόχρυσο
κι είναι ο ίδιος δρόμος, τα παράθυρά του
μικρός εκεί, εδώ
τ’ άσμα με κλάμα το πρωί, να εναλλάσσει τη χαρά

εκτός απ’ τα σκυλιά, τις γάτες που σαλτάρουν
ένα μολύβι ζωγράφισε αυτό το νόμισμα
του δράκου ολόχρυσα τα δάχτυλα
ένα μολύβι μονογράφει, σβήνει και λάμπει

έφτασα ποια έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού
αύριο πάλι, ξανά, γυρεύω
το δρόμο, τ’ απογεύματα, τα βήματα τα παιδικά
σκυλιά και γάτες
ξανά οι τωρινές αχτίνες, το βλέπω, ήρθε η ώρα να σκεπάσουν
όλα εκείνα τα πουλιά, σημάδια
μονολογούν αλίμονο κι αφήνουν πίσω αναμνήσεις
τα μαγικά αυτού του δρόμου 
τροχήλατες αχτίνες ενός ήλιου φωτεινού, που δε λέει ν' αποσβήσει 

Kostis nil – Τροχιές αχτίνες ενός ήλιου – Σεπτέμβριος 2019



15 Σεπτεμβρίου 2019

Βαμμένα τα χείλη


Δυο φορές το σώμα διασταυρώνεται
Γυμνός πλατσουρίζοντας στα νερά
Διασταυρώθηκα με μια γυναίκα γυμνή
Λευκό φορούσε χιτώνα, καδένα

Τα όνειρα μου ακολούθησα
Δυο φορές το σώμα, λαμπερό
Τη γέννηση, που γεννήθηκε σώμα
Θαυμάζω τα υγρά ρόδα του κήπου

Μονάχος, ένα σεντόνι που πλαγιάζω
Ψάχνω και περιμένω το επόμενο κύμα
Χρώμα τα χείλη, βουτηγμένα στη μέθη
Ξανά, χαμόγελο της πάλλευκης Αφροδίτης

Άκουσε με, πως, περιμένω
Τα βήματα χορεύουν σ' αθάνατα νερά
Είναι λεπτό το κορμί, τα χείλη πλεγμένα
Στα μπλε ουρανοί, βεντάλια π' ανοίγει

Χόρεψέ με, με τη δικιά σου στοργή
Με την αγκάλη τα χρυσά, δυνατά σου φτερά
Χρυσά δακτυλίδια, χρυσά τα φιλιά 
Δε σκιάζουν, πλουταίνει η γωνιά

Εικόνα που φεύγει, στα άκρα πετά
Μαβιές οι κορδέλες που παίρνει αγέρας
Σκλαβώνει το φως στον έναστρο ουρανό
Νέκταρ και νέκταρ, ποτάμι λατρευτό

Δάκρυα για κρύα νερά, κρυστάλλινα
Δάκρυα για όνειρα μες στα σκουπίδια
Μια λάμψη του ονείρου πάλι φαντάζει
Για πάντα ποθείς, λεπτές και πικρές ευωδιές

Kostis nil – Τα χείλη βαμμένα – Σεπτέμβριος 2019


13 Σεπτεμβρίου 2019

Τα νερά των ποταμών


Ο αριθμός των ποταμών σαν μια παράβαση
Ενός θεάτρου π' αδιάκοπα
Το σκηνικό και χωρίς την αδιάκοπη γη
Η πιο απίστευτη απόκρυψη, σεπτά καρδιοχτυπά

Κανένα ρουμπίνι δεν λάμπει όσο το νερό
Στους ευρύχωρους και στενόμακρους ποταμούς
Και καμιά ροή, με τ' απόκρυφα μηνύματα
Καθώς τα πουλιά σιμώνουν για νερό 
Με απώλειες, προπαντός τις αδιόρατες μέρες

Υμνώντας το παραμύθι των συμβόλων
Κάτω απ’ το νήμα, υγρό, των βλεφάρων
Είναι εκείνο το θραύσμα
Η αίσθηση πως τα νερά των ποταμών
Η πίστη ευλαβική, δεμένη σφιχτά με σπαθί
Ακούγοντας την βουή που γουργουρίζει στη κοίτη

Ο χρόνος έτρεχε ολοταχώς
Με την υπερβολή της τύχης που στροβίλιζε
Ουρανού φύλλα που σαν σύνολα αθώα
Άλογα άγρια με καμάρι καλπάζουν
Κι οι χαίτες, καφετιές και μαύρες καθρεπτίζονται
Πάλλευκες, συνοδεύουν τον ασημένιο ποταμό

Στεντόρεια η φωνή, την αφουγκράζομαι
Καθώς τα βράδια, χίλιες νύχτες αργότερα
Στο καθρέπτη συνεχίζει να κυλά η βροχή
Άφθαρτη και μυστική
Τα παραμύθια των ανθρώπων αποθησαυρίζουν
Ριγώντας για το ρουμπίνι του νερού των ποταμών


Kostis nil – Το νερό των ποταμών – Σεπτέμβριος 2019


9 Σεπτεμβρίου 2019

Ο γύρος του κόσμου


Ακολούθησα μια ιστορία που στο πέρασμα της
Σαν μια σταγόνα κύλισε
Η σταγόνα έμοιαζε να διατρέχει το μάγουλο
Με την μελωδία που για λίγο
Κεντά όπως των άστρων, αθάνατη αγωνία

Τα φωτεινά ρυάκια σμίγει η θάλασσα
Κι οι φύλακες των ακρωτηρίων ψηλά στο φάρο
Σημείωναν το βαθύ κύμα που έσκαγε
Την κάθε αναδίπλωση
Τις πορφυρές ραβδώσεις που ντύνουν την βεντάλια ενός δειλινού

Αφορμή μια εύστροφη μαχαιριά 
Που αποτελείωνε τα ροδαλά δειλινά
Αποκάλυπτε κάτι από ημερήσια εγκλήματα
Τη σύνταξη της περίφημης άλγεβρας
Που ένοχη, ειπώθηκε
Όπως τα αδέσποτα σκυλιά
Την ξεσκισμένη σάρκα σε μέρη διαμελίζει

Σημείωσα μια άλλη λέξη, σ’ άλλη σελίδα
Μίσχος, για φύλλα κι άνθη, βλαστούς
Χαράσσει τις περίφημες φαντασίες του Ιουλίου Βερν
Με τις απίθανες αυθαιρεσίες των κωνικών γραμμών
Μια που ένα απαράμιλλο ταξίδι, γύρος του κόσμου
Σε ογδόντα μέρες, φόντο
Οι ορίζοντες μεταλλάσσονται κι οι θάλασσες

Άξαφνα, ολόγυρα, αφανέρωτα ποιήματα ταξιδεύουν
Σαν μίσχοι, συνοδεύουν τα ήσυχα νερά
Με ’κείνη την ψυχή, πάλι, ο γύρος του κόσμου
Με την μεγάλη κοιλιά που όλα τα έμβρυα κολυμπούν
Μέσα ’κει μια μελωδία πάντα αγάλλεται 
Διαφεύγει των άστρων 
Διαφεύγει σαν μυστικό, στο δικό μου αργόσυρτο σύμπαν

Kostis nil – Ο γύρος του κόσμου – Σεπτέμβριος 201--9


6 Σεπτεμβρίου 2019

Το βασανισμένο αμμώδες ηφαίστειο


Αυτό το μεγάλο παράθυρο, επικρέμεται 
Την ώρα που αποχωρούν οι αετίσιες σκεπές
Ερπετά σκαλισμένα στους τοίχους 
Τα κεραμίδια ερριμμένα, τριαντάφυλλα και πηλός
Ο τελευταίος ερωτικός ιερέας προ πολλού έχει μετοικίσει 
Αόρατα βήματα διανύουν τα χαλάσματα
Παραδόσεις ενός θεού που καταστράφηκαν
Ο κεντρικός τοίχος αντιγράφει την τελευταία σελίδα
Οι πιο απόμακρες γενιές ακόμα ταξιδεύουν
Άγνωστοι, περί, και φοβισμένοι διαβάτες
Αφήνοντας ορφανά τα σημάδια των όψεων τους
Πανύψηλη τη συκιά, στο κέντρο των χαλασμάτων
Μια δάφνη στην είσοδο
Κι η μαγική φράση της συντέλειας περιπλανιέται

Αυτό το σπίτι είναι ένα κοπάδι με την μυστική του χάρη
Πάνω απ’ το τελευταίο μεσοδόκι, συνήθως χοροί
Η αντήχηση εξόρισε ουρλιαχτά και νεράιδες
Τους απόηχους που η μνήμη βασανίζει
Τον λαβύρινθο και τη διάνοια τους
Την ιδέα πως, ο καιρός δεν θα ξαναγυρίσει στο έρμο σπίτι
Μόνο δια κλαδωτά μονοπάτια, κήποι π' αναχωρούν
Κάτω απ' την αδιάβατη γη
Και σπίτια που συγκρίνονται με βουνά
Ένα προγενέστερο όνειρο σ’ ορθάνοιχτο τάφο
Διατάξεις που ξεπερνούν τις ιδιότητες ενός θεού
Τη φυλακή του σπιτιού που μόλις γκρεμίστηκε
Το βασανισμένο αμμώδες ηφαίστειο που σκόρπισε ο άνεμος

Kostis nil – Το βασανισμένο αμμώδες ηφαίστειο – Σεπτέμβριος 2019



2 Σεπτεμβρίου 2019

Στο βάθος μια τρικυμίας


Τα πρώτα τυχαία χάδια μετέωρα     
Αδύναμες παρηγοριές σαν κρίματα που ζυγιάζουν
Καθώς το κορμί ξεντυνόταν στο μισοσκότεινο δωμάτιο

Τ’ λευκά μαξιλάρια τόσο μπλεγμένα
Την μυστική ιστορία τους διέγραφαν
Την πλέξη των βλεφάρων
Κι ας οι στιγμές ακόμα υπέροχα βαρούνε

Σταθεροποιήθηκε το κερί π’ ανέδινε καρπούς
Τα δάκτυλα που διαβήκανε τη σάρκα             
Τα χείλη που πίνουν νερό σαν πουλί
Ποτήρι πιο, ακόμα εκράτης

Το απόγεμα εκείνο το γαίμα χαμήλωσε
Στο βάθος μιας τρικυμίας π’ άδειαζε
Η σάρκα με την συγκεκριμένη φήμη
Πιο ευτυχισμένοι παρά ποτέ
Πιο δυστυχισμένοι παρά ποτέ
Ως μούγκριζε το θηρίο, οι οσμές, η φωτιά

Κι έξω απ’ το παραθύρι
Αυτοκίνητα περνάνε αδιάφορα
Κι οι σιωπές μένουν με τη σουβλερή μύτη τους
Το βράδυ που η σελήνη κοντολογίς θα διαβεί
Αρκούντως μια στιγμή η ζωή, θα ενθυμείτε το θάνατό της

Kostis nil  – Στο βάθος μια τρικυμίας – Σεπτέμβριος 2019