24 Μαΐου 2019

Παλιό κρασί

*Κεφαλληνίας 36, Αιγάλεω

ασπρόμαυρα φώτα· τελευταία πετάνε πάνω απ’ το χιόνι
άπληστα πλημμυρίζουν
με την μνήμη στη λαϊκή γειτονιά πορεύεται εκείνη η αλέα
τα νερά των θορύβων σε κίνηση, με κυνηγούν
φλας αναβοσβήνουν και φάτσες από επουράνιο φωτογράφο
η ψυχή είναι που ζωγραφίζει, που σώνεται
συνήθως πεθαίνει
σκέφτεται ν’ αποχαιρετήσει το λιτό δωμάτιο, το φως που βυθίζει
τους ήχους π' απρόσμενα ψιθυρίζουν
την εικόνα απ' το αριστοκρατικό σερ βαν
τις φωτογραφίες βουτηγμένες σε παλιό κρασί

όλα τα χαμόγελα είναι μαζεμένα στην ακτή της φτωχής Ριβιέρα
άνευ απωλειών
κάθονται γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι, παλαιάς κοπής μ' έξη καρέκλες
κουτάλια και πιρούνια στην πρώτη, παλιά σκεύη σε πρόζα 
φαωμένα βήματα· που πάνε κι έρχονται πάνω απ' τα βυζαντινά πλακάκια

Kostis nil – Παλιό κρασί – Μάιος 2019


21 Μαΐου 2019

Αγία των δρόμων


Γωνιά τη γωνιά, των δρόμων, σαν αγία που τραγουδεί
Παράσταση με φωνές, φόντο, κορίτσια του δρόμου  
Ροδαλό αυτό τ’ απόγευμα, με τη στέκα στα μαλλιά
Που μόνο οχλοβοή, μια βροχή, κατακλύζει την πόλη μου

Χαϊδεύοντας τα μαλλιά, ο ουρανός με το νόμισμά του
Τα δύο αγόρια κατηφορίζουν τον κακόφημο δρόμο, μετρώντας
Το στρώμα τους πεταμένο σε μια άκρη, αλαφρύ σαν μπαλόνι
Τα όνειρα είναι πουλιά π’ ανοίγουν και κλείνουν, πετάνε

Τα όνειρα τραγουδούν κι η αγία του δρόμου τραγουδεί
Αυτό είναι τ’ απόγευμα π’ αργοσαλεύει
Μούχρωμα, σκιές και νερά
Είναι λευκός ο χιτώνας, που η νύχτα άπλυτη ξεσκίζει 
Είναι Μεσσίας εν κύκνω, που απ' τα φώτα του θα κρεμαστεί 

Είναι φώτα φτωχά, χαμηλά
Είναι μαχαίρι από μέσα που σφάζει, την αγία που τραγουδεί

Kostis nil – Αγία των δρόμων – Μάιος 2019


17 Μαΐου 2019

Του λαγού το τρεμοψύχι

*στο Γιάννη και τη Στέλλα


Μ’ ένα λήμμα, έχω πανιά (καταχώρηση): σηκώνω παντιέρα
Κι όσο μιλώ για τη θάλασσα, για τα κύματα
ή για το φως που κατακλύζει
Για τη στροφή τ’ ανέμου, τις πηγές, ή τις πληγές των ανθρώπων
Το κήτος τ’ άγριο τόσο ξεσκίζει, την άλλη εγείρει το στόμα κι όλα με μια χαμψιά

Σιγή στην αναχάραξη, σημάδια επί των τύπων
Άπνους η γραφή, άπνους η στοργή
Με δάνεια δοκιμάζεις φτερά, νεύρα
Τα χείλη μου χούφτα στ’ αλάτσι, μαραίνει το υπόλοιπο κορμί σου

Με βλέπω με σκέψεις, σ’ άπειρες σελίδες
Tριήρεις καίγονται ή αναποδογυρίζουν στη γαργαριστή θάλασσα
Ασύμβατα όλα, όλα του Θεού, μες στην κοιλιά του απαίσιου κήτους

Εξιστορώ τη φθορά της θάλασσας
Εξιστορώ τον άσημο ποιητή, πού διάσημος πέφτει σε παγίδα
Εξιστορώ την άλλη φωνή
Στο κάτω, κάτω της γραφής το χώμα που πατώ, προοίμιο εδαφίου
Λόγος, στον ξεχασμένο κόσμο
Τη μαγική αφήγηση στα παραμύθια της γιαγιάς μου
Των βοσκών το λαγγόνι 
Του λαγού το τρεμοψύχι 
Το σκώτι του, πού, όποιος τηγανιτό το φάει, θα ’χει αιώνια την αγωνία του

kostis nil  – Του λαγού το τρεμοψύχι – Μάιος 2019

13 Μαΐου 2019

Αίμα μηλείου φόνου


Εκείνη η εκδρομή παιδιών, μάθημα σε καταπράσινο λιβάδι
Ο Θεός κρυβόταν αθόρυβα όπως ένα κουνέλι που τρώει αμέριμνα το καρότο του
Κι απής η δύσις του ήλιου, των άστρων το σιγανό πρελούδιο
Κι απής οι σκιές χάθηκαν, αλλά  οι σκιές των ζώων πελώριες φαρμάκωναν
Περίπλους εν είδει Αινειάδας πάνω και κάτω, ων ουκ έστιν εξιστόρηση
Η γύρη των λουλουδιών εν κρυπτώ, οι  μέλισσες εν κρυπτώ κλπ
Των αποδέλοιπων ζώων, πτηνών, εντόμων, κλπ
μη εξαιρουμένων των υποθαλάσσιων κλπ

Εκλάμψεις δια μιας, διαμάχες που σιώπησαν
Σίγησαν άλλες, των παροικούντων
Ουρλιαχτά διαμήνυσαν τη συνέχεια
Όπου ο διάολος απ’ την κρυψώνα του πρόβαλε στην αυλή των θαυμάτων

Πριν το ξημέρωμα, πριν το αμυδρό φως, πριν το κύμα της θάλασσας
Χαρούμενα το πρωινό
Αυτή η μέρα, αυτή η γύρη κράτησε τα βάσανά της μυστικά στο σκοτάδι
Αυτή η νύχτα π’ έπνιξε στο αίμα, τις βουλές των ύμνων
Αυτή η νύχτα, το βαθύ σκοτάδι και τ’ απίστευτο πρωινό
Τα εκατομμύρια ζωύφια που κέρδισαν για μιας, μια μάχη
Ετέρα κρυψώνα υποδέχεται στο φως της μέρας το σωτήριο τέλος
Ετέρα νύχτα, αφήνει στο πόδι της την ημέρα να μετρήσει αίμα μηλείου φόνου
Εκείνη η εκδρομή παιδιών, χαρά Θεού, μάθημα σε καταπράσινο λιβάδι

Kostis nil – Αίμα μηλείου φόνου – Μάιος 2019


11 Μαΐου 2019

Ημέρα και νύχτα


Ημέρα λογικέψου, είμαι ένας εχθρός, καθόλου αόρατος
Αγαπώ τα πιο κοντινά πράγματα
Αυτά π’ αγαπώ, είναι που  βλέπω να φλέγονται

Νύκτα φαντάσου, είμαι ένα παραμύθι γεμάτο ήρωες
Κύμα μαλλιοτραβιέται στο γιγάντιο βράχο
Θόρυβος που κάνει να ξεφωνίζουν τα πουλιά

Ημέρα και νύκτα αναλογίσου, εγώ είμαι ο εχθρός
Πάνω στις γραμμές του παλιού τηλέγραφου 
Πάνω στις αόρατες γραμμές του νέου τρένου
Παλάμη, παλάμη, κυνηγημένος, κρύβομαι στο οχυρό μου

Kostis nil – Ημέρα και νύκτα – Χειμώνας 1983


10 Μαΐου 2019

Αλούγια, αλλούλια

*στη Γη της Παλαιστίνης

Αλούγια λένε την κληματαριά που βάπτισα
Αλούγια λένε τα σπίτια που πέσανε απ’ τις μπόμπες
που κάηκαν, που δε γνώρισα
Αλούγια λένε τους ανθρώπους που χτίσανε τα σπίτια
κάτω απ’ κρύο, κάτω απ’ τη γης τη σκοτωμένη, τον  ήλιο

Αλλούλια, αλλούλια
περπάτησα ξυπόλητος μέχρι τη νεκρά θάλασσα
Αλλούλια, αλλούλια
ξεριζωμένος απ’ την πένθιμη γη, τους παλιούς δρόμους
αλάργα, αλάργα, νεκρό πουλί

Άλλούλια, αλλούλια
πρόσωπα γκρεμισμένα, θρήνων τα σπίτια, αποκαΐδια

Kostis nil – Αλλούγια, αλλούλια – Μάρτιος 1983


9 Μαΐου 2019

Τα ρόδα του Σεπτέμβρη


Τα ρόδα του Σεπτέμβρη έμειναν να πέσουν
Το χέρι που τα ’κοψε, φυγάδες ορφάνεψε
Τα ’κοψες με το χέρι, κόκκινο φύλλο
Ευλογημένα άνθη, βελούδα τρυφερά
Περνώντας σαν αστραπή απ’ τον κήπο μου

Μόνο κάτι τηγανίζεται μπροστά στο θεό
Που ’ρθε χτυπώντας με κέφι το ντέφι του
Έτσι με χάρη βουίζει η χρυσόμυγα
Κι έκανε μια στροφή στα ρόδα του Σεπτέμβρη
Κι έπειτα σβου, έσβησε σαν αστραπή το βούισμα της

Kostis nil - Τα ρόδα του Σεπτέμβρη - Σεπτέμβριος 2018