13 Φεβρουαρίου 2020

Άραχλο ρεύμα


Όπου αυτή η φωτιά απαγγέλλει-
η φωτιά καίει φαρμακερά
σ’ ένα σώμα,
βρέχει και δροσίζει τα ξυπόλυτα φτερά μου!

Θαρρείς πως πετάνε, οι λυγίζουσες λεύκες
ανταύγειες ενός νερού, που ταράσσονται
Αυτή η σιγαλιά, πλέει και είναι θρος,
θρος και θάνατος που κρυφά παραμονεύει.

Απόρησα, στο καθρέπτη ετούτης της νύχτας
η φωτιά να μην φωτίζει, άλλο μέσα μου.
Τα μάτια σαν άγριου ζώου που απ’ μακριά
μέσα μου σάμπως πληγή, μυστικά για ώρες.

Η χάρη μου, είναι το χλωμό πρόσωπο
το πρόσωπό μου, στη λευκή προσώπου λεύκα.
Τα δέντρα μπερδεύονται σαν φτερούγες,
φωλιές, κλαδιά πλέουν, στο άραχλο ρεύμα!

Και κάτω, κάτω απ’ την ουράνια σκέπη
η οπτασία έρημη, όμοια ακρούει:
Τα δυο χέρια μου ψηλά, σκιές από καλάμια
γυμνά πλέουν, στη μισοσκότεινη οκτάβα.

Μια ησυχία με υποχρεώνει να φαντάζομαι
μια μάσκα που σβήνει,- τρέμει.
Τα κύματα με τις νυφάδες απ’ τις λεύκες
το φόρεμα τους το λευκό, τ’ ανέγγιχτο.

Κήποι με ρόδα, ήρθε η ώρα,- ξεντύνουν
τις ευωδιές που ένα γύρο, κι άξαφνα
Στο δωμάτιό σου λάμπουν, σα λάμπα φωτίζει
Όλα τ’ αρώματα, τ’ άπληστα βιολετί αρώματά σου!

Kostis nil – Άραχλο ρεύμα – Φεβρουάριος 2020




9 Φεβρουαρίου 2020

Η στιβάδα


Πέτρινη υψώνεται η φωνή
απ’ μια καρδιά που βαριά στενάζει.
Η στιβάδα: όπως πάντα,
με αγάπη για το εσώτερο σπλάχνο της-
Έτσι καθώς τα μάτια: φτενά δαφνόφυλλα μοσχοβολούν.

Κάτω απ’ την φεγγαρίσια όψη,
κάπου ακούγεται γλυκόπικρο τραγούδι·
βασίλειο ακόμα εκείνη η νότα                          
μιας και μοναδικής,- μίσχος τα δάκρυα της!
Διωγμένη απ’ τον Δία, κατέβηκε στον κάτω κόσμο
βόμβοι, ή- στεναγμοί γλιστράνε-
Απ’ εκείνο το βουνό κατρακυλούν!

Εικόνες του τοπίου: άραγε,- ουράνιο ανοίγει τόξο
Των ανθρώπων εμφανεί, κεχαριτωμένη,- η θεία χάρη.
Μια ζωγραφιά ως πέρα τα χωράφια,
απ’ του ήλιου ένα φτερό που πάνω του κρέμομαι--    
Χρώματα τ’ ακριβά·
μια ζήση, μέχρι, μέχρι,- ο θάνατος!
Ακούγονται, λέξεις και πύρινοι λόγοι.                   

Έπειτα από πολύ κόπο,
θυμίζοντας αναμνήσεις ενός άγονου δρόμου-
Κάτι ας πούμε, ηλιόφτερα σπασμένα:
Ένα ολόκληρο πρωινό τρέχουν τα δάκρυα
έκλεινε κι άνοιγε διάπλατα η αγκάλη,
Ξαναγεννημένος από χάρη,- μικρό παιδί
που, με στανιό γυρνούσε πίσω τη ζωή του!
Τώρα που οι αιωνόβιοι κορμοί,- των πιο ψηλών δέντρων
ακόμα δεν κείτονται,- όπως τα ποτάμια
Ακόμα δεν τρέμουν, ή,- η γη, σφίγγει με τέχνη τον πνιγμό τους.

Έβαλε έπειτα το κορμί του, σε δοκιμασία  
κι αργά, αργά!
Εκείνο το σώμα, πού, ποιος ξέρει;
και ποιος τώρα μπορεί να θαυμάσει!
Στα δυο όρθιος, σαν άνθος που έγινε δέντρο:
με ύψος μέτρα δυο, καμάρι,- στον αψηλό ουρανό!
Καμάρι μου,- του φώναξε η φωνή!
Από ’κει που πίστευε πως τάχα, η μάνα-
ερχόταν κι έφευγε με την ασπράδα του μαντιλιού της.
Από εκείνη την λαγκαδιά ερχόταν ο αχός,
αγέρας ήταν,- που έμοιαζε με φωνή:
Μα κάποια μέρα, σμίκρυνε το φως των αστεριών                        
φιδίσιες κουλούρες εφάπτονταν!
Λόγια ετούτα και κεραμίδια που μες σ’ ένα χειμώνα
Νερό έτρεχαν, νερό έσταζαν,- στα κατάβαθα νοερά μάτια του.

Kostis nil – Η στιβάδα – Φεβρουάριος 2020

5 Φεβρουαρίου 2020

Το ποτάμι του Ηρακλείτου!


Θα μπορούσε να είναι ένα ποτάμι
πού, μοιάζει με παραμύθι,- τα πρόσωπά του
Θα θάμπωνε απ’ τα κλαδιά και τους καρπούς-
τα σταφύλια που πάνω του καθρεπτίζονται! 

Ως κάτω, μέχρι την ακτή,- κήποι οι μελωδοί
τη ροή του ποταμιού να τραγουδούν.
Κολυμπώντας με τα φτερά και με στίχους
Τα νερά που σμίγουν και πνίγονται,
αβοήθητα στη πολύβουη, την πλατιά θάλασσα.

Στα καλά καθούμενα, ξάφνου ονειρεύομαι
και τα νερά από δίπλα, παραβγαίνουν.
Και πάλι ήρεμα και τρισεύγενα, θλιβερά!
Ώσπου μια ορμή, που παρέσερνε μόνο πουλιά
το ποτάμι το αγαπητό, ανοίγεται ολοένα.

Παρέμεινα όμως μακριά, τρισεύγενος!
από φόβο πιάστηκα απ’ ένα κλαδί.
Ανέλπιδα τα νερά γύρω με περιφρόνηση-
εκείνα που έγκλειστα με παρακαλούσαν
Μαζί τους κι ας πνιγόμουν, μαζί τους, περήφανα!

Και είναι όνειρο μες στο νερό,- ολόγδυμνος
όταν στο όνειρο αποκοιμιέσαι!
Το κορμί μέσα εκεί,- την κάθε μέρα
Ο αμφορέας που, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια,- θρύψαλα
Τ’ αστέρια αξάφνου, χύνονται στη θάλασσα.

Μα το ποτάμι ανήσυχο, φαίνεται πια,
το πρόσωπό του αγνώριστο.
Ακόμα, κι αν, οι καρποί, που χαϊδεύονταν στο νερό
Μόνο ένα φίδι,- σε μια άκρη
σκαρώνει τους κύκλους, πάνω απ’ το βυθό.

Να που, τα νερά τόσο άκαρδα!
Με μιας, βουτάνε, και μια, να σκίζουν
πάνω ψηλά με άνεμο, έπειτα κάτω απ' το όνειρο 
χορεύουν, χορεύουν, χορεύουν!
Ο χρόνος ασύλητος, το ποτάμι του Ηρακλείτου συνωμοτεί!


Kostis nil – Το ποτάμι του Ηρακλείτου – Φεβρουάριος 2020



3 Φεβρουαρίου 2020

Ιεροτελεστεία στο δείλη


Παιγνίδι με κινούμενους καθρέπτες
λιώνει σαν πυρετός το άνθος μου-
Που μόλις εκείνο γεννήθηκε για να χαρεί,
το πέρασμα ενός άπληστου απογεύματος.

Στ’ αληθινό πρόσωπο γεννήθηκε το φιλί-
μόνο ένοχο, μόνο ένοχο!
Μια φράση καθώς ούτε ήλιος φτερωτός-
λιγότερο απ’ ένα δέντρο λαβωμένο.

Το ειδώλιό σου, στοίχειωσε σε μια φωλιά
του ουράνιου θραύσματος η παρουσία
Ψυχή μου για το δικό σου καλό
Ασύγοντα το ποτάμι, πλέκει στο χρόνο.

Μια αγκαλιά σου, φεγγάρι,
των ονείρων, άσκοπη η περιπλάνηση.
Σε φαντάσματα παραμιλά πάντα η ψυχή,
το τρομερό κρύσταλλο, μια φλέβα σφάζει.

Ιεροτελεστεία στο δείλη,
η γυναίκα με χρυσό, το κόσμημά της-
η μέλλουσα στιγμή, ζει,- πεθαίνει.
Σύθαμπο του έρωτος εικάζει το θάνατό του.

Ασύγγνωστες αμέλειες,
η πίστη μου αποζητά, την ερμηνεία.
Στο δείλη, το χάδι αποζητά τα δάκρυά του
Μόνος κι ένοχος-
Μόνος ένοχος, πάνω στη φλεγόμενη πυρά!

Kostis nil - Ιεροτελεστεία στο δείλη - Φεβρουάριος 2020



27 Ιανουαρίου 2020

Κίτρινα αστάχυα!


Σαν ένα πρωί τ’ Αυγούστου, o ήλιος
με τα χρυσά, ξαίνει,- κίτρινη λεπίδα.
Ξεσηκώνει αλαφρά τα φύλλα των δέντρων
και πουλιά στο πρωινό ξύπνημα τους-
ακόρντα πιάνουν, σκουλήκια και μύγες!

Ήρθες απ’ ψηλά, και χάμω ζωύφια ξεφεύγουν
κάπου ξεφεύγουν,- σαν περπατάνε στο πουθενά.
Των χειλιών άπραγος,- του θαύματος
των ονείρων που έξω, φωτίζουν, χρυσό το στόμα!

Ανέβηκες ακόμα πιο ψηλά,- ηλιοφώτεινε!
Πιο ψηλά, από ’κει,- είδες κι άκουσες:
φτερουγίσματα σε κλαδιά, πιο πυκνά,- φυλλωσιές
στις ηλιοφάντρες ελιές μου, και στα πρινάρια.

Άκουσα εκείνη τη μουσική, πού,- χτένι
μόνο ένα κοτσύφι, ξέρει, λαγαριστά
κάτω απ’ τη γλώσσα, νεράκι τρέχει- 
Κάτω απ' τον ήλιο, φωτίζει: παραθύρια ανοίγει

Να ο ήλιος κι ένα φίδι, σημάδι αμέριμνο,- να
μια οχιά που μόλις το φόρεμά της:
μετάξι υφαντρό κρέμασε, στου ήλιου το κλαδί
στο πέρασμα, παγίδα οκνή,- δηλητήριο στάζεις!

Γύρισε τ’ αλώνι, ένα γύρο,- κίτρινα στάχυα
άγνωστα τρέχει, ολόγυρα, χρυσός.
Λαμπερό,- το πλέξιμο του καλαθιού, τα καλούδια
Λαμπερά,- τα κίτρινα αστάχυα, που ανείπωτα κουβαλάς.

Kostiw nil – Κίτρινα αστάχυα! – Ιανουάριος 2020



24 Ιανουαρίου 2020

Τα άλμπατρος του ωκεανού


*όπου:- Μπωντλαίρ!

Μια ομάδα άλμπατρος με τα τεράστια φτερά τους,
πετούν πάνω απ’ τις μπλαβισμένες σέρες μια θάλασσας-
Τα μάτια κλείνουν για ώρες τα υπερπόντια πουλιά
που, με ψυχρό σαν κλάμα, παράξενο
πάνω στο κατάστρωμα,- ενός άσημου πλοίου προσγειώνονται! 

Βλέποντας σημάδι: το άλμπατρος εμπρός μου φτερουγίζει.
Ήσυχη νύχτα, το βράδυ θα έχω,
έμπλεων άστρων, αστεριών ως πέρα,-
κι ας ξεκρεμιούνται,- στον μακρινό, μαύρο ορίζοντα.

--Σε πυκνά, πίσω τα δάση
κορμιά στις αγκάλες με νεοσσούς, ράμφη-
Καταρράχτες ξετρέχουν,
Και μες στο σώμα, απ’ ριζώματα ξεπηδούν θεόρατοι βράχοι
πάνω απ’ εκεί πετώντας,- του άλμπατρος φτερούγες:
κραυγές, κρωξίματα, σπάζουν τον φλογερό αέρα-
Μακριά απ’ την ακτή, μακριά απ’ τ’ ουρανού,- θαλάσσια κόψη.

Μετέπειτα, εκείνο τ’ άλμπατρος,- πουλί
σαν κουραστεί,
κουπιά, πανιά, φτερά,- που ελάχιστα λυγίζουν 
Το άλμπατρος μου ταξιδεύει: την περιπλάνησή του
Τα θαλάσσια νερά, οπίσω του αφήνει,- νηστικά! 

Απόψε σ' ονειρεύτηκα άλμπατρος-

Πίσω μου στίχοι, και σ' ένα γύρο, Μπωντλαίρ!
Κι οι σύντροφοι τ' Οδυσσέα, μαζεύτηκαν 
ζυγιάζοντας του άλμπατρος κοφτερή ματιά!
Ω! εσύ των ποιητών θαλάσσιος μίσχος. 
Ω! θαλάσσια φτερούγα
πίσω και εμπρός, απ’ τα μυστικά περάσματα.
Πρώτη εσύ τρισεύγενη - άλμπατρος του ωκεανού, άγνωστη αγκαλιά!

Kostis ni – Τα άλμπατρος του ωκεανού – Ιανουάριος 2020




23 Ιανουαρίου 2020

Την όμορφη Ζυρίχη!


*στου Ερμή το σγουρό κεφάλι

Έχω μια πόλη, εκτός απ’ την πόλη μου
ακούω να λένε: τ’ όνομα της, Ζυρίχη.
Στο τζάμι κολλάω,- πέρα, ποια, πολύ μακριά
ν’ ακούσω, μια που, ανάσα γνώριμη:
Ένα τραγούδι, ένα τραγούδι, δικό της!

Στο λέω! κάπου είναι αυτή η πόλη, ψάχνω:
δική μου ή,- είναι δική τους, ολάκερη.
Οι νύχτες λένε, πιο, παγωμένη, λευκή νύμφη
ποιο λεμόνι και ποια λεμονιά παγωμένη!

Όμως δεν γνώρισα κι ας μακριά, αυτή η πόλη.
Δίπλα σε ποτάμια κατοικεί, στα γάργαρα
με κορίτσια γάργαρα, απ’ του ήλιου κρυμμένα.
Μα γέρασα, τι ρωτώ, μωρός σαν ποιητής.

Πόλη κι αυτή δίπλα των αστεριών, ερμηνεύει.
Μιας αγωνίας και βόμβος των δρόμων,
χύνονται νερά, και ποτάμια απ' τα γύρω,- βουνά
Μέγας ο θησαυρός! σοκολάτες, ή,- τα ξίφη κρυφά.

Η πόλη δεν είναι δική μου, είναι δική τους!
Η Πόλη δική τους, π’ αλωνίζει.
Όχι μ’ άλογα, αλλά με στίχους, γλυκές σοκολάτες
Όχι με στίχους, μα μόνο ποιήματα, σεπτά.

Απόψε σε κατακτώ, πόλη δικιά μου,- Ζυρίχη.
Απόψε οι στίχοι μου, πολιορκητικός κριός.
Τις πόρτες τα κάστρα και τα ποτάμια σου,
δεν χύνω το αίμα μου, το ποίημά μου εξακοντίζω!

Άσε! μου είπαν, την πόλη, μια πού,- σ’ άλλο αδερφό,
σε ’κείνο τον Ψηλό,- του Ερμή το σγουρό κεφάλι.
Εκείνο τον Ψηλό, απ’ άλωση ξέρει, - πόλεων Ελληνικών!
απ’ λέξεις, ποιήματα ξέρει:- την όμορφη Ζυρίχη ξεχειμάζει!

Kostis nil – Την όμορφη Ζυρίχη – Ιανουάριος 2020