Περπάτησε πάνω απ’ το χιόνι η κόρη,- χιόνι
που έλειωνε καθώς λιγκούσε,
Έτριζαν τα φύλλα τα κίτρινα --
απ’ καιρό: κίτρινα φύλλα, ολούθε, πάγωναν.
Τη νύχτα η γη εναπολέσθη,- μια από χιόνι
Τα φύλλα που πάντα σαν ελαφρύ χέρι,
μοιάζουν με γειτονιές - μένουν να διηγούνται:
Το παιγνίδι με τις κόρες, παιγνίδι με χιόνι --
Το παιγνίδι με λάμψη: παιγνίδι με τα αόρατα δάχτυλα.
Και κάποτε: άλλο σχέδιο μπόρεσε ν’ αρθρώσει,
πάνω σε μια άδεια τραπεζαρία,
Γυμνά τα μάτια κρυστάλλινα,- απόσβησαν
στην άλλη άκρη του τάφου, με χιόνι.
Το φως είναι εκείνο που μες στη βουή,
Τα μάτια είναι εκείνα --
Μια αχτίνα, ένα σπαθί, ένα βέλος παρέκει.
Μια αχτίνα, ένα σπαθί, ένα βέλος παρέκει.
Και ήλιος: σ’ όλα τα στενοσόκακα βουρβουρίζει
Εσύ, θυμάμαι: Εσύ, θυμάσαι:
Μια που, παιδιά: σαν παιδιά στο σταυροδρόμι --
Περιμένω το γράμμα,- απ’ τα χείλη, τα τείχη, τα
λιμάνια,
Και ότι άλλο, κρυφή την αναφορά:
Έστω ευανάγνωστη, έστω του αγέρα περισπούδαστη αγκαλιά.
Kostis
nil - Μια αχτίνα, ένα σπαθί, ένα βέλος - Σεπτέμβριος
2020
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου