29 Απριλίου 2019

Ηλιοβασίλεμα


Όρνια έκρυβαν τον ήλιο
λοξές ματιές και φεύγω
πρόβα θα ’κανε στο στίβο
γριά ζωή ακόμα λίγο.

Και τι ρόδινη μαγεία
στο ταψί στην άκρη
και ανταύγειες μες το ύδωρ
αυτός ο ήλιος θα ξανάρθει;

Σαρκασμός στα βλέφαρά μου
θαύμα το χρυσόμαλλο το νέφος
θαύμα  - ε- μελαχρινέ μου γιέ
ξύπνα πήδα είναι αλήθεια.

Και φιλά τη γη
μπάσταρδε είναι δικιά μου
θα σε πνίξω μες τα μάτια
θάνατε δικιά σου η χάρη.

Kostis nil – Ανεμοσκορπίσματα – Πειραιάς 1975



21 Απριλίου 2019

Αντήχηση απ' ένα κόσμο


Δεν έχω ακόμα τη σοφία των βοσκών που περιπλανιούνται σε κακοτράχαλες ράχες
κι όπου πέτρα η καρδιά και πέτρα λειαίνεται, καθώς το νερό ορμητικό
Δεν έχω ακόμα τη σοφία του Έλληνα Κάπτεν που έρημος στις πέντε θάλασσες
Το κύμα, υγρό φίδι λέει να τον αρπάξει
Το κύμα στη μπούκα, ξεματίζει μια, μια τις ελπίδες του
Δεν έχω ακόμα τη σοφία του Λούη Τίκα. Ρωμαλέου ανθρακωρύχου απ’ τη Λούτρα
Αντήχηση οι σφαίρες της Εθνοφρουράς, στην απεργία, στη σφαγή του Λάντλοου
Δεν έχω ακόμα τη σοφία τόσων και τόσων που μόνο στα βιβλία
ολοζώντανα συναντώ, και μπροστά μου έρχονται τα βράδια συλλαμβάνοντάς με

Εγώ που νόμιζα πως η σοφία είναι χάρη και την είχα από μικρός
Διαβάζοντας τη μια Ντοστογιέφσκι, κλεισμένος σ’ ένα περίπτερο
Την άλλη, κουβαλώντας τον Μαρξ τον Λένιν, τον Τρότσκι στις νεανικές μου διαδηλώσεις
Κι ύστερα λογοκατάπια, Ρίτσο, Λόρκα, Νερούδα, Αλέξανδρο Μπλοκ, Μαγιακόφσκι,
και Λειβαδίτη,
Ελύτη, Σεφέρη και τώρα Κοτζιούλας και Μπόρχες...

Γράφοντας ένα ποίημα, μαγεμένος την κάθε στιγμή
Παίρνοντας γεύση του λόγου των απλών ανθρώπων, το βουητό της αγοράς
των ζητιάνων
Προπαντός, της μικρής τυφλής Τσιγγάνας που πωλώντας σπίρτα
τώρα πουλώντας πολύχρωμους αναπτήρες στην οδό Αθηνάς και γερασμένη
Αντήχηση μιας θλιμμένης φωνής, απ' ένα κόσμο

Συναισθάνθηκα την καρδιά της πέτρας, τον Έλληνα Κάπτεν που τον απειλούσε το κύμα 
την ομοβροντία πάνω στο κορμί του Λούη Τίκα, απ’ τις σφαίρες της Εθνοφρουράς
Τώρα αντήχηση, ψαχουλεύοντας τα ψιλά που σκόρπισαν στο πεζοδρόμι
απ' το χέρι της Τσιγγάνας
Εγώ που νόμιζα πως ήμουνα και είχα:
από παιδί άρχισα απ' ένα περίπτερο, πουλώντας Kόκα Κόλα στο πάγο
κι Ελεύθερο Κόσμο* σε Χωροφύλακες
Αλλά από κάπου η σοφία, τα μάτια αναγιγνώσκω, τα φίδια περιπολούν
Κρατώ τον αναπτήρα ενθύμιο, εγώ που νόμισα ότι η σοφία είναι του χεριού μου

Kostis nil – Αντήχηση απ' ένα κόσμο – Απρίλιος 2019



20 Απριλίου 2019

Οδηγός στοιχείων απείρου


Υπάρχουν στοιχεία κι όψεις, έννοιες, μεγέθη ελάχιστα ως πολύπλοκη ζωή
Εικόνες, φως, αλλά και σκοτάδι, γίγαντες που μας πνίγουν
Υπάρχει αγάπη, δαίδαλοι δρόμοι που συναντιόνται
Τα δάχτυλα ενός μικρού κοριτσιού που παίζουν με χάρη το σύμπαν

Υπάρχουν σκέψεις, μια παλιά στάμνα που κρατάει τη δροσιά της πηγής
Αοριστίες οχτώ στα μαθηματικά κι ένα σορό γαλαξίες π’ αστροβολούν
Υπάρχει πείνα, δίψα, δισεκατομμύρια  αδέρφια με κομμένη λαλιά
Όπλα που επιτάσσουν, μαχαίρια, λογαριασμοί για τους εχθρούς, των εχθρών

Της ζωής, τι άλλο;
Απαριθμήστε. Πάνω στο μηδέν τοποθετήστε ένα παράθυρο
κι από κει, η αφρισμένη θάλασσα, πέλαγος ξανοίγεται στο άπειρον.

Kostis nil – Οδηγός στοιχείων απείρου – Καλοκαίρι 2002



19 Απριλίου 2019

Ο καθημερινός άνθρωπος


Αυτός ο καθημερινός άνθρωπος, δεν αποκοιμήθηκε ούτε μια μέρα στα γόνατα του
Στερήθηκε ψωμί, γάλα, στερήθηκε το περπάτημα του
Στις τσέπες του, δεν είχε ποτέ μια δραχμή για να κεράσει ένα φίλο
Για όλα αυτά  τ’ απερίγραπτα, έκρυβε μέσα του μια λυσσαλέα κραυγή
Λόγιαζε μόνο, το πόσο γελοίος φαίνεται ο κόσμος, πώς πορευόμαστε

Αλλά αν είναι για μένα αστείο, να μιλώ εκ μέρους του, για τα παιδιά του
να μην  κρύβω ούτε για μια στιγμή την ντροπή μου
Φανταστείτε πως, γιατί μια μέρα θα τρίβετε τα μάτια σας διαβάζοντας παλιές φυλλάδες
Πως πάντα όρθιος διάβαζε τους τίτλους των εφημερίδων
και γνώρισε έτσι τον κόσμο
Πως γνώριζε τον καθένα από εμάς
Πως δεν ενέγραψε έτσι απ’ τύχη, ένα κύκλο, γύρω απ' το τρύπιο παπούτσι του
Πως είχε χαμόγελο, είχε πολλά να ’πει
και δεν ντρεπόταν π’ έτρωγε καθημερινά, ξερό ψωμί, ζυμωμένο με ιδρώτα και γάλα

Kostis nil – Ο καθημερινός άνθρωπος – Φθινόπωρο 2010


18 Απριλίου 2019

Σκοτεινό δωμάτιο


Άνω κάτω δωμάτιο, πυκνό σκοτάδι
άπλωσες το χέρι,
μα όταν έξω φυσά και δεν ανοίγει η πόρτα.

Χτύπησες τότε, το ’να χέρι στο κομοδίνο
έπεσαν κάτω τσιγάρα, π’ έψαχνες
έμεινε μόνο σπίρτο ν’ ανάψεις, πάνω απ’ τις πληγές του έρωτα μας.

Kostis nil  – Σκοτεινό δωμάτιο – Χειμώνας 2001

17 Απριλίου 2019

Μονόδρομος


Και ποιος υποχωρεί, όταν μ’ αίμα, με σάρκες
ή με νέου τύπου τσιγκέλι, του λάχει να κρεμαστεί.
Και ποιος απέναντι θα βγει, και με ποιο θράσος θα μας ’πει
καλά του έκανε ο μαύρος σκύλος.
Και ποιος αλήτης, με ποια στολή, με όποιο ράσο κι αν φορεί
θα θέλει, να ’χει λόγο, να ’χει όπλο.
Και ποιος ξανά, αυτόν τον κόσμο όπως λέει, ’θε, να πνίξει στο χρυσάφι.

Αλλά και πως τα όπλα, διάττοντες έμποροι απλώθηκαν.
Και πως, δεκάδες πόρνες αλωνίζουν στη φτήνια.
Και πως πόλη πικρή, με χάζι, μ’ ονειρεύτηκες.
Και πως εσείς, ψωριασμένα σκυλιά, αστοί, γλεντοκοπάτε.
Και πως αγάπη γλυκιά, τώρα κρυφά τσιμογελάς

Γιατί, αν πεις η ζωή, είναι ωραία, τόσο ωραία.
Τότε αδέσποτη σαν τα αδέσποτα σκυλιά, θα χάνεται μες στα σκουπίδια.

Kostis nil –  Μονόδρομος –  Χειμώνας 2005


16 Απριλίου 2019

Κατοπινά μόνο


Πάντα με δέος, παλιό ρεπερτόριο μόνο για δυνατούς
μια τέτοια στιγμή ποτέ δεν οπισθοχωρείς.
Κανένα όνειρο δεν είδα απόψε, κανένα νέφαλο δεν έγινε σεντόνι
δεν ωφελήθηκε κανείς μας.

Κατοπινά μόνο, ποιος ξέρει; πάλι, ποιος ξέρει;
Θα είναι μια μέρα όπως τις άλλες; ποιος ξέρει;
Θα είμαστε μαζί ή χώρια; χώρια στα καλύτερα μας.
Πάλι για δυνατούς ο χωρισμός. Κι ο έρωτας;

Σαν παλιά διαθήκη μπροστά στην ανάγνωση.
Αυτός ο συμβολαιογράφος τρεμάμενη κνίσα, με δυνατούς φακούς.
Με τους νόμους περιμαζεύονται τ' άπληστα, τα χάδια, τα δάκρυα.
Εγώ εσένα αγαπώ. Εγώ εσένα αγάπησα.
Τον έρωτα μας άγγιξα με δέος. Τ’ όνομα σου δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Kostis nil  – Κατοπινά μόνο – Χειμώνας 2001